Περί περιπτέρου – Τα πρώτα news feed της ζωής μας

Ήταν πάντα εκεί, σε κομβικά σημεία της πόλης, τοπόσημα και «ραντεβουδόσημα» -ένας νοσταλγικός ύμνος για ένα συστατικό της ελληνικής κοινωνίας που περνάει σταδιακά στην ανυπαρξία.

ΑΠΟ ΕΦΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, έξω από το θρυλικό Wild Rose της Πανεπιστημίου και η μισή πόλη είχε στηθεί στην ουρά, με έξτρα τζελ στο μαλλί, για να κατέβει τα μαρμάρινα σκαλιά του κλαμπ, του υπογείου που μεγάλωσε επάξια και συστηματικά δύο (και βάλε) γενιές μανιακών νυχτόβιων όντων.

Ακριβώς στην είσοδο της στοάς, επί του πεζοδρομίου, λίγο μετά την Κριεζώτου, έστεκε ένα περίπτερο (αλήθεια, είναι ακόμα εκεί, άραγε;) περήφανο και επιβλητικό μέσα στο 1,30 επί 1,50 εμβαδόν του -ήταν αρχές των 90s και τα περίπτερα ήταν ακόμα περιορισμένα σε έκταση αλλά υπερφορτωμένα σε πληροφορία, πολυχρωμία και ψιλικοκό προσφορά.

«Ναι, μαμά, έφτασα στη Βάρη, όλα καλά, μιλάμε αύριο το πρωί» φωνάζω κρατώντας το κόκκινο, υπερμέγεθες -για τα σημερινά δεδομένα- ακουστικό του τηλεφώνου, στο πλάι του περιπτέρου, μιλώντας στη μητέρα μου, καθησυχάζοντας την ότι βρίσκομαι στο εξοχικό της φίλης μου και ότι είμαι έτοιμη να κοιμηθώ. Ο περιπτεράς, με τον οποίο είχα οπτική επαφή μέσα από ένα τόσο δα τζαμάκι, γυρίζει και με κοιτάζει με σχετική κατανόηση -όλοι έχουμε πει ψέματα στους γονείς μας για χάρη του πυρετού του Σαββατόβραδου, δεν πειράζει.

Κλείνω το τηλέφωνο και το εικοσάδραχμο που είχα βάλει για να μιλήσω πέφτει στην υποδοχή για τα ρέστα, ντογκ, ακέραιο και αυτούσιο. Το βάζω στην τσέπη και τρέχουμε με τις φίλες μου στο υπόγειο του Wild Rose. Δεν μας έπιανε κανείς.

Το GPS και τα λοιπά app έχουν αντικαταστήσει, χρόνια τώρα, την κλασική ερώτηση στον περιπτερά «που είναι ο τάδε δρόμος ή το δείνα κτήριο;» και «ποιο λεωφορείο περνάει από αυτή τη στάση;».

Από το 1950 που εγκατασταθήκαν οι ταμπέλες «Τηλέφωνον δια το κοινόν» ή «να είστε σύντομοι» έχουν συμβεί πολλά, έχει κυλήσει κάμποση ζωή εντωμεταξύ. Η άναλογκ κομψότητα του λυόμενου κύβου με τις διαφημιστικές τέντες Sabena ή Kolynos και τα φανταχτερά εξώφυλλα περιοδικών κάτω από πηχυαίους τίτλους εφημερίδων σε διαγώνια, καλοζυγισμένη παράταξη, είναι πλέον πιο ρετρό και από τις εκφράσεις «Μα, τον Τουτατή» και «Μα, τον Μπελενός» που διαβάζαμε στον Αστερίξ.

Το GPS και τα λοιπά app έχουν αντικαταστήσει, χρόνια τώρα, την κλασική ερώτηση στον περιπτερά «που είναι ο τάδε δρόμος ή το δείνα κτήριο;» και «ποιο λεωφορείο περνάει από αυτή τη στάση;», ενώ το τιράζ των περιοδικών και των εφημερίδων έχει περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό αφήνοντας κενό στις προθήκες των περιπτέρων. Όσο για τον ίδιο τον περιπτερά ή την περιπτερού που άθελά τους είχαν ταυτιστεί με τον πίνακα του Νικολάς Μαρ, «Ο Ωτακουστής», η κινητή επικοινωνία μετατόπισε τους ρόλους τους.

Λίγα χρόνια πριν, λίγο μετά το μιλένιουμ, τα περίπτερα έμοιαζαν με απρόσμενα μίνι μάρκετ, με οάσεις ελαφριάς και βιαστικής κατανάλωσης καταμεσής των βουλεβάρτων, γεμίζοντας έξτρα ψυγεία με ισοτονικά ποτά και πλαστικά παιχνίδια τον χώρο γύρω τους, φτάνοντας κάποια στιγμή να πουλάνε μέχρι και 2.500 κωδικούς.

Το 1911, το πρώτο περίπτερο που εμφανίστηκε στην Αθήνα επί της οδού Πανεπιστημίου εξαφανίστηκε εν μια νυκτί το 1997, μετά τις εργασίες για το μετρό που γίνονταν στην περιοχή.

Ο Σωτήρης Σκίπης, το 1919, σε άρθρο του στην σατιρική εφημερίδα «Σκριπ», εξυμνεί τα περίπτερα ως μέσο εξάπλωσης του ελληνικού εντύπου. Αλήθεια είναι. Τα περίπτερα ήταν τα πρώτα news feed της ζωής μας, η πρώτη εικόνα κατακερματισμένης πληροφορίας. Όπως, επίσης, αλήθεια είναι ότι το 1889 τα πρώτα περίπτερα εμφανίστηκαν στην επαρχία ως μορφή οικονομικής βοήθειας σε τραυματίες και ανάπηρους στρατιώτες.

Ότι το 1911, το πρώτο περίπτερο που εμφανίστηκε στην Αθήνα επί της οδού Πανεπιστημίου εξαφανίστηκε εν μια νυκτί το 1997, μετά τις εργασίες για το μετρό που γίνονταν στην περιοχή.

Ότι το 1934, ο Γιάννης Γεωργακάς έστησε περίπτερο με το όνομα Μινιόν, αρχικά στην οδό Σταδίου και μετά στην Αιόλου 104, κλείνοντας τις δύο πλαϊνές όψεις του περιπτέρου μετατρέποντάς τες σε βιτρίνες εκθέτοντας στυλό, γυαλιά ηλίου, είδη ξυρίσματος, σουγιάδες, ψαλίδια και λοιπά. Η ιδέα του αυτή έγινε το πρώτο βήμα του πολυκαταστήματος «Μινιόν».

Ότι το 1957 ο Νίκος Ρίζος και ο Νίκος Σταυρίδης πρωταγωνίστησαν στην ταινία «Τζιπ, Περίπτερο και Αγάπη» και η Γεωργία Βασιλειάδου στην «Περιπτερού» του 1970, ενώ ο Στράτος Διονυσίου τραγούδησε το «Ένα λεπτό περιπτερά» το 1990, φωτίζοντας έναν αθέατο, αστικό ήρωα της καθημερινότητας μας.

Ότι το 2010, στο περίπτερο επί της Χαριλάου Τρικούπη, απέναντι από τη Στοά του Βιβλίου, ο κύριος Γρηγόρης εγκατέστησε το «antistress system» όπως το έλεγε. Ένας χάρτινος σωλήνας, δηλαδή, έριχνε τα ρέστα του πελάτη σε ένα γυάλινο μπολ μπροστά του -κάτι ανάλογο του ξακουστού «Κουτάλα» των ‘60s, στη Βάρη, του περιπτερά που εξυπηρετούσε το κοινό με την πανέξυπνη ιεροτελεστία της κουτάλας.

Το περίπτερο συνδέθηκε με τις ζωές μας και με την ιστορία μας, ικανοποίησε και προήγαγε την αισθητική μας, ακόνισε τις κεραίες της ενημέρωσής μας, κάλυψε τις μικρές αλλά βασικές ανάγκες μας, τζίραρε στην εθνική οικονομία, ανέπνευσε μαζί με τον κιρκάδιο ρυθμό της πόλης -και τώρα που χάνεται από τα μάτια μας σαν μαγική εικόνα, τώρα είναι που γίνεται πιο ορατό, με ένα πολύ αλλόκοτο τρόπο.

Ένα ποίημα αντί επιλόγου

Το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι

είν’ άδειο από λυρισμό και ποίηση-

που λυρισμός με ξυραφάκια και τσιγάρα

που ποίηση μ’ εφημερίδες και προφυλακτικά.

Το περίπτερο στο δεξί πεζοδρόμι

είναι γεμάτο λυρισμό και ποίηση

αρκεί να ρίξεις μια κρυφή ματιά

στον έφηβο που λαμπαδιάζει μέσα.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Το κορμί και το σαράκι, Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία (1997)

SHARE THE STORY