Η σπουδαία δημοσιογράφος και ερευνήτρια βρίσκεται πίσω από σχεδόν κάθε ανεξιχνίαστη υπόθεση, ρίχνοντας φως σε όλους εκείνους τους δισεπίλυτους γρίφους που φτάνουν στα χέρια της.

ΑΠΟ ΕΛΕΝΑ ΚΡΗΤΙΚΟΥ

Κάθε σκοτεινή ιστορία που λαμβάνει τις διαστάσεις ενός φρικαλέου εγκλήματος, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι «ένας γρίφος με περιτύλιγμα μυστηρίου, μέσα σε ένα αίνιγμα», όπως είχε πει κάποτε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ. Η Αγγελική Νικολούλη βρίσκεται πίσω από σχεδόν κάθε ανεξιχνίαστη υπόθεση, ρίχνοντας φως σε όλους εκείνους τους δισεπίλυτους γρίφους που φτάνουν στα χέρια της.

Πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο, υπήρξε η πρώτη γυναίκα αστυνομική ρεπόρτερ στην Ελλάδα, που με μεγάλο αγώνα και «με σόλες που έλιωσαν στο πεζοδρόμιο», κατάφερε να αποδείξει, όπως περιγράφει στο Grace, ότι το σκληρό- εκείνα τα χρόνια- αστυνομικό ρεπορτάζ δεν ήταν μόνο ανδρική υπόθεση. Σήμερα επιβεβαιώνει μέσα από τη δουλειά της, πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο αρκεί να μην το εγκαταλείπεις.

Με οξύνοια, βαθιά αίσθηση δικαίου, ερευνητική ματιά, προσεκτική παρατήρηση στις «συγκαλυμμένες» αντιφάσεις, αλλά και με μια πρωτόγνωρη προσήλωση στην κάθε υπόθεση που φτάνει στους φακέλους της, συλλέγει δεδομένα που οδηγούν σε πολυπόθητα συμπεράσματα. Αν δεν έχετε χάσει καμία εκπομπή της όλα αυτά τα χρόνια, όπως εγώ, θα έχετε παρατηρήσει πως ακόμη και η πιο μικρή λεπτομέρεια είναι για την ίδια, απαραίτητο κομμάτι εκείνου του σκοτεινού παζλ που οδηγεί με «χειρουργική» ακρίβεια προς την έξοδο κάθε προσωπικού «τούνελ».

Η Αγγελική Νικολούλη είναι, θα λέγαμε, από εκείνες τις μορφές του επαγγέλματος που κατάφεραν να αναδείξουν τη δημοσιογραφία σε λειτούργημα, αποτελώντας έμπνευση για τις επόμενες γενιές και αυτή είναι η συνέντευξή μας μαζί της.

Καταφέρατε να γίνετε η πρώτη αστυνομική ρεπόρτερ της χώρας. Από τα πρώτα σας ρεπορτάζ μέχρι σήμερα, τι είναι αυτό που θεωρείτε ότι σας εξέλιξε και σας παγίωσε σε αυτό που είστε σήμερα;

«Τα αγαθά κόποις κτώνται» έλεγε ο Αριστοτέλης. Η εξέλιξη, η αποδοχή και η αναγνώριση ήρθαν μετά από ατελείωτες ώρες δουλειάς με προσωπικές θυσίες. «Σόλες που έλιωσαν στο πεζοδρόμιο» όπως λέμε στη δημοσιογραφική αργκό. Μία φράση που περιλαμβάνει την αφοσίωση, την απόλυτη ετοιμότητα και συγκέντρωση και κυρίως την επιμονή. Ως νεαρή ρεπόρτερ κατάφερα με αγώνα μεγάλο να αποδείξω ότι το σκληρό -τα χρόνια εκείνα- αστυνομικό ρεπορτάζ δεν ήταν μόνο ανδρική υπόθεση. Βγήκε μπροστά μια γυναίκα σε αυτό τον ανδροκρατούμενο χώρο και άνοιξε τον δρόμο για τις υπόλοιπες.

Με βοήθησε σε ό,τι πέτυχα και η προσοχή στη λεπτομέρεια. Εντόπιζα εκείνο το μικρό κομμάτι στο παζλ που συμπλήρωνε τη μεγάλη εικόνα και έδινε τις απαντήσεις. Ένστικτο; Έμφυτο χάρισμα; Δεν ξέρω… Με έναν μαγικό τρόπο, αυτό που μπορεί να μην έβλεπαν οι άλλοι σε εμένα «φώναζε». Έτσι ήρθαν οι αποκαλύψεις , τα καυτά ρεπορτάζ και τα αποκλειστικά. Και όλα αυτά χωρίς να κάνω ποτέ εκπτώσεις και έχοντας βαθιά την αίσθηση του δικαίου.

Από το 1995 μέχρι σήμερα, παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα να λύνετε υποθέσεις που μοιάζουν αδύνατο να εξιχνιαστούν. Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που δεν διαψεύδουν ποτέ το δημοσιογραφικό και ερευνητικό σας ένστικτο, και οδηγούν κάθε σκοτεινή ιστορία που έρχεται στα χέρια σας, στο «φως»;

Σε κάθε περίπτωση οι αποδείξεις είναι αυτές που μετρούν και όχι το προαίσθημα. Τα στοιχεία φωτίζουν αμετάκλητα μια υπόθεση και προκύπτουν μόνο μέσα από τη συστηματική και μεθοδική δημοσιογραφική έρευνα. Αυτό το είδος έρευνας που κάνουμε μαζί με τους συνεργάτες μου εικοσιεννέα χρόνια τώρα. Η σχέση εχεμύθειας που έχουμε χτίσει με τον κόσμο κάνει σημαντικούς μάρτυρες να μας εμπιστεύονται. Γνωρίζουν καλά ότι ξέρουμε να προστατεύουμε και να μην θέτουμε ποτέ σε κίνδυνο τις πηγές μας.

Με την εξιχνίαση τόσο πολλών εγκλημάτων ανά τα χρόνια, μοιάζει να έχετε καταφέρει να μειώσετε αισθητά τον «σκοτεινό αριθμό εγκληματικότητας». Ενστερνίζεστε αυτή την αντίληψη ή θεωρείτε πως πρέπει να μιλάμε ακόμη για πολλές περιπτώσεις εγκλημάτων που δεν αποκαλύφθηκαν ποτέ στην Ελλάδα;

Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να χρειάζεται μια εκπομπή για να μειωθεί ο «σκοτεινός αριθμός εγκληματικότητας» όπως χαρακτηριστικά αναφέρετε. Οι πολίτες ζητούν από τις Αρχές να κάνουν όπως πρέπει τη δουλειά τους και να μην χρειάζεται να καταφύγουν στο «Τούνελ» για να βρουν τη λύση στο πρόβλημά τους. Προφανώς και υπάρχουν ακόμα πολλά εγκλήματα που παραμένουν ανεξιχνίαστα για λόγους που έχουν να κάνουν κυρίως με την προχειρότητα διεξαγωγής της έρευνας και με τη νοοτροπία μιας κλειστής κοινωνίας που ενίοτε προτιμά τη σιωπή.

Από τα χρόνια της πανδημίας και μετά, καταγράφεται ένας ανησυχητικά αυξανόμενος αριθμός γυναικοκτονιών. Τους 4 πρώτους μήνες του 2024 μετράμε ήδη 5 απώλειες γυναικών. Γιατί πιστεύετε ότι εκδηλώνεται με τέτοια μαζικότητα το φαινόμενο και τι άλλο πρέπει να γίνει για να πάψει να θεωρείται από την κυβέρνηση, «μη αναγκαία» η νομοθέτηση του όρου;

Η «γυναικοκτονία» ως όρος δηλώνει τη δολοφονία γυναίκας επειδή είναι σύντροφος, σύζυγος, μητέρα ή κόρη. Είναι εκείνη η κατηγορία εγκλημάτων που εμείς οι «παλιοί» της δημοσιογραφίας αποκαλούσαμε «εγκλήματα πάθους» ή «εγκλήματα τιμής». Αφορούν σε γυναίκες που βρίσκουν τραγικό θάνατο από τα χέρια ανδρών που νωρίτερα τους συμπεριφέρονταν κακοποιητικά και επιδίωκαν να τις εξουσιάζουν απόλυτα. Είναι οι φόνοι γυναικών εξαρτώμενων από τον θύτη τους είτε συναισθηματικά, είτε οικονομικά και χρειάζονται ειδική διαχείριση και συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης.

Ορθώς έχουν διαχωριστεί από τις υπόλοιπες δολοφονίες γυναικών. Δεν είναι «γυναικοκτονία» αν κάποιος εισβάλει σε ένα σπίτι με σκοπό τη ληστεία και σκοτώσει μια γυναίκα. Νομίζω είναι ζήτημα χρόνου η εναρμόνιση της νομοθεσίας με τα όσα ήδη ισχύουν στην Ε.Ε σχετικά με την αναγνώριση του όρου.

Η "γυναικοκτονία" ως όρος δηλώνει τη δολοφονία γυναίκας επειδή είναι σύντροφος, σύζυγος, μητέρα ή κόρη. Είναι εκείνη η κατηγορία εγκλημάτων που εμείς οι "παλιοί" της δημοσιογραφίας αποκαλούσαμε "εγκλήματα πάθους" ή "εγκλήματα τιμής".

Μέσα από το «Τούνελ» συχνά βρέθηκα αντιμέτωπη με υποθέσεις γυναικών όπου η αγάπη έγινε αρρώστια και η ευτυχία εφιάλτης, που βρήκαν τον θάνατο από το χέρι των συντρόφων τους, όπως στην υπόθεση της Τάνιας Χαριτοπούλου που δολοφονήθηκε από τον σύντροφό της, στο σπίτι τους, στη Θεσσαλονίκη, μπροστά στα μάτια της μικρής τους κόρης. Τότε που εμείς καταγράψαμε με την κάμερα ίχνη αίματος στο μπάνιο και ίχνη σάρκας κάτω από το καπάκι της τουαλέτας. Τα εγκληματολογικά εργαστήρια επιβεβαίωσαν το χειρότερο σενάριο. Θυμάμαι, επίσης, την Κική Κούσογλου που ο σύντροφός της συνομιλούσε μαζί μου ταραγμένος, ίδρωνε κάθε φορά που στριμωχνόταν και έπεφτε σε αντιφάσεις, συμμετέχοντας δήθεν στην έρευνα της εκπομπής για τον εντοπισμό της. Τέσσερις μήνες μετά, ομολόγησε ότι τη δολοφόνησε στραγγαλίζοντάς τη μετά από καβγά, λόγω της ζήλιας του. Η Ελένη Μπόνια, στο Νέο Πετρίτσι Σερρών, που ο επιχειρηματίας φίλος της την πέταξε μετά από καβγά ζωντανή σε μια χαράδρα και, όταν εμείς τον αιφνιδιάσαμε με την κάμερα, έπεσε σε αντιφάσεις. Η Καρολάιν που δολοφονήθηκε από τον πιλότο σύζυγό της, ο οποίος έπαιζε θέατρο για πάνω από ένα μήνα και μιλούσε για ληστεία… Και πόσες άλλες τέτοιες φρικτές ιστορίες.

Η υπόθεση της Κικής Κούσογλου στη Βέροια το 2005 που αναφέρατε με τον δολοφόνο της να εκλιπαρεί την ίδια να εμφανιστεί μπροστά στην κάμερα της εκπομπής σας, είχε πολλά από τα χαρακτηριστικά μιας γυναικοκτονίας που είδαμε να επαναλαμβάνεται με τα χρόνια, όπως στην υπόθεση των Γλυκών Νερών. Το θράσος εκείνου που ζητά βοήθεια, προσποιούμενος ότι δήθεν ψάχνει τον άνθρωπο που έχει ο ίδιος δολοφονήσει, κάθε φορά μας σοκάρει ως κοινό. Πλέον είναι πιο εύκολο για εσάς να αναγνωρίζετε την ενοχή πίσω από τη φαινομενική αθωότητα κάποιου;

Κάθε φορά εντυπωσιάζομαι από το θράσος εκείνου που προσποιείται ότι δήθεν ψάχνει τον άνθρωπό τον οποίο έχει ο ίδιος σκοτώσει. Δεν προσπαθώ ποτέ να ερμηνεύσω με τη λογική τον τρόπο σκέψης ενός παρανοϊκού, εγκληματικού μυαλού, γιατί απλά δεν γίνεται. Προσπαθώ με χειρουργική ακρίβεια να διακρίνω το ψέμα από την αλήθεια. Χειρίζομαι με ιδιαίτερη προσοχή εκείνον που παίζει έναν συγκεκριμένο ρόλο μπροστά στον τηλεοπτικό φακό. Του δίνω χώρο και τον αφήνω να πιστεύει ότι καταπίνουμε αμάσητο ό,τι μας σερβίρει, μέχρι να προδοθεί από τα λάθη του. Είναι δύσκολο και θέλει επιμονή και υπομονή.

Ποια άλλη υπόθεση να πρωτοθυμηθώ, τη μαύρη χήρα της κοιλάδας, τη μητέρα του Κωστή Πολύζου, τη σύζυγο του επιχειρηματία Θεόδωρου Ταμπακίδη ή τη δολοφονία του Γραικού;

Τα τελευταία χρόνια τα εγκλήματα είναι πολύ άγρια. Ήταν και παλαιότερα έτσι ή η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται πράγματι από περισσότερη βία; Πού αποδίδετε αυτή την έξαρση;

Είναι προφανές πως κάτι δεν πάει καλά. Μπορεί η περίοδος του εγκλεισμού να έχει παίξει ρόλο σε αυτό που βιώνουμε σήμερα ως αποτέλεσμα της επικράτησης των πιο άγριων ενστίκτων μας. Δεν είναι όμως το μόνο αίτιο, ούτε ο βασικός λόγος που αφαιρείται πια τόσο εύκολα και αβίαστα η ανθρώπινη ζωή. Ζούμε σε μια εποχή κυνισμού, πτώσης ηθικών αξιών, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αναλώσιμη με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θα τολμούσα να πω πως πλέον οι δράστες των ανθρωποκτονιών είναι περισσότερο αδίστακτοι από ποτέ και δεν φοβούνται τις συνέπειες της πράξης τους. Ίσως να φταίει και ο τρόπος που εφαρμόζεται το σύστημα ποινών, όπου τα ισόβια μόνο ισόβια δεν είναι, ενώ οι έγκλειστοι δολοφόνοι παίρνουν με ευκολία άδειες και κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Και δεν μιλώ για τους δράστες που προέρχονται από τον χώρο του οργανωμένου εγκλήματος, με σοκάρει το γεγονός ότι πλέον υπάρχουν ψυχροί και κυνικοί δολοφόνοι της «διπλανής πόρτας».

Ζούμε σε μια εποχή κυνισμού, πτώσης ηθικών αξιών, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη είναι αναλώσιμη με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ό, τι συνέβη στον Άλεξ στη Βέροια πριν 18 χρόνια, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ σήμερα. Ποιοι παράγοντες πιστεύετε ότι έχουν συμβάλλει στην έξαρση της βίας ανηλίκων;

Το «Τούνελ» ανέδειξε το ζήτημα το σχολικού εκφοβισμού δυστυχώς με τον πιο τραγικό τρόπο, με τον θάνατο ενός παιδιού. Όσο περνά από το χέρι μας, η εκπομπή θα επιστρέφει στη Βέροια, στο παιχνίδι θανάτου που έστησε μέσα στη νύχτα η άγρια παρέα στον 11χρονο Άλεξ έως ότου η μητέρα του, η Νατέλα, πάρει απάντηση. Και θα ζητήσω πάλι από τους συγγενείς των παιδιών που εξαφάνισαν το άτυχο αγόρι να μιλήσουν, κυρίως για να πάψουν να είναι οι ίδιοι και οι οικογένειες τους δυστυχισμένοι.

Το φαινόμενο έχει πλέον λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, καθώς έχει πληγεί περισσότερο από ποτέ ο θεσμός της οικογένειας στην οποία πλέον επικρατεί αδιαφορία και ανύπαρκτη επίβλεψη. Εφόσον λείπουν η υποστήριξη, η σχέση κατανόησης με τους γονείς και η συναισθηματική κάλυψη από το οικογενειακό περιβάλλον, τότε έχουμε νέους με προβληματικές προσωπικότητες που μπαίνουν εύκολα σε λάθος δρόμους.

Η βία των ανηλίκων σε λίγα χρόνια θα είναι βία ενηλίκων. Είναι ίσως το πιο μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει και πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα.

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που σας έχουν στιγματίσει λίγο περισσότερο; Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση από τις υποθέσεις που έχετε ξεδιπλώσει;

Ίσως ακουστεί παράξενο, αλλά στα 29 χρόνια παρουσίας του «Τούνελ» δεν μπορώ να ξεχωρίσω με ευκολία κάποια υπόθεση. Σίγουρα υπήρξαν ιστορίες που έγιναν περισσότερο γνωστές και όλοι τις θυμούνται ακόμα, αλλά σε ό,τι με αφορά, κάθε φορά παθιάζομαι με τον ίδιο τρόπο και με τον ίδιο ακριβώς ζήλο και δένομαι με τις οικογένειες των αγνοουμένων ή θυμάτων. Γι’ αυτόν τον λόγο βιώνω έντονα την ικανοποίηση όταν, μέσω της εκπομπής, ένας αγνοούμενος εντοπίζεται, μια οικογένεια παίρνει την απάντηση που γυρεύει ή μια δολοφονία εξιχνιάζεται. Και επειδή έχω καλή μνήμη, θυμάμαι την κάθε υπόθεση με τόσες λεπτομέρειες που απορώ με τον εαυτό μου κάποιες φορές.

Η βία των ανηλίκων σε λίγα χρόνια θα είναι βία ενηλίκων. Είναι ίσως το πιο μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει και πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα.

Έχετε νιώσει ποτέ να κινδυνεύει η ζωή σας εξαιτίας του επαγγέλματός σας;

Υπήρξαν περιπτώσεις εγκλημάτων που ξεσκεπάστηκαν μέσω της εκπομπής ή εξιχνιάστηκαν με τη συμβολή της στις οποίες έζησα έντονα αυτό το συναίσθημα του κινδύνου που περιγράφεις. Και αυτό γιατί συγκεκριμένα πρόσωπα-δράστες εμμονικά απέδιδαν στο πρόσωπό μου τον εγκλεισμό τους στη φυλακή. Στο δικό τους μυαλό θεωρούσαν ότι βρίσκονταν στο κελί όχι γιατί σκότωσαν, αλλά γιατί τους βρήκα εγώ…

Πάντως ο φόβος μπροστά στον κίνδυνο, παρότι είναι ένα λογικό και ανθρώπινο συναίσθημα, για εμένα λειτουργεί διαφορετικά, με κάνει πιο δυνατή.

Τελικά όλα αυτά τα χρόνια, έχετε καταλήξει στο αν υπάρχει το τέλειο έγκλημα; Τι λέτε; Ο δολοφόνος επιστρέφει πάντα (ή σχεδόν πάντα) στον τόπο του εγκλήματος;

Τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει. Ένας ένστολος παρατηρητικός και μεθοδικός ερευνητής, μπορεί να λύσει και τον πιο δύσκολο γρίφο. Τα περισσότερα από τα λεγόμενα ανεξιχνίαστα εγκλήματα θα είχαν διαλευκανθεί σε μερικά 24ωρα αν οι Αρχές είχαν λειτουργήσει διαφορετικά. Όταν υπάρχουν παραλείψεις και αστοχίες στο πεδίο της έρευνας, ο δολοφόνος όχι μόνο επιστρέφει, αλλά κάνει ανενόχλητος βόλτες στον τόπο του εγκλήματος.

*Φως στο Τούνελ, κάθε Παρασκευή στις 23:20, στο MEGA.

*Photo Credits: Γιώργος Καπλανίδης

SHARE THE STORY