Η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου έχει πολλά προτερήματα και χαρίσματα και ευτυχώς για εμάς, τα βλέπουμε αποτυπωμένα στα έργα που σκηνοθετεί αλλά και στο αποτέλεσμα της θέσης που κατέχει στο Φεστιβάλ.

ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΟΛΛΙΑ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΠΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΚΙΓΙΑΖ- ΜΑΛΛΙΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΚΟΥΗ

Αναμένω κάθε χρόνο το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου σαν τα μικρά παιδιά: με ανυπομονησία και αγωνία και κάθε φορά που βλέπω μια παράσταση και κρατώ το πρόγραμμα στα χέρια νιώθω χαρά και μια περίεργη περηφάνεια. Περηφάνεια που όλα αυτά γίνονται στη χώρα μου. Νιώθω, επίσης, πως αυτή η γυναίκα που φιλοξενούμε σήμερα έχει πραγματικά προσφέρει πολλά, με αέρα μοντέρνο και μια κοσμοπολίτικη άποψη με την έννοια της προσέγγισης των πραγμάτων με διεθνές βλέμμα. Η αλήθεια είναι πως το Φεστιβάλ μας αξίζει πολλά και είναι από τα καλύτερα παγκοσμίως.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου είναι από τους πιο τελειομανείς ανθρώπους που ξέρω. Αυτό είναι το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό όταν τη σκέφτομαι. Θέλει τα πάντα να γίνουν όπως πρέπει και για αυτό παλεύει αγόγγυστα και ακάματα. Τούτο είναι όμως ένα, απλώς, από τα χαρακτηριστικά της. Γιατί η Κατερίνα έχει πολλά προτερήματα και χαρίσματα (για ελαττώματα ρωτήστε αλλού – δεν είναι φίλη μου) και ευτυχώς για εμάς, τα βλέπουμε αποτυπωμένα στα έργα που σκηνοθετεί αλλά και στο αποτέλεσμα της θέσης που κατέχει στο Φεστιβάλ. Είναι ευφάνταστη και τολμηρή, είναι δυναμική και ακούραστη, άμεση και ευθύς, είναι ευφυής και εύστροφη, είναι πολύ πολύ διαβαστερή και παρούσα στις εξελίξεις, είναι ένας βαθιά προοδευτικός άνθρωπος με καλλιτεχνικές φλέβες στο αίμα της και γόνιμα κύτταρα στον εγκέφαλό της. Και φοβερή γοητεία όταν μιλάει: εύγλωττη, διεξοδική, ακριβής και ακριβοδίκαιη.

Με μάγεψε το The Doctor. Αλήθεια. Είχατε από την αρχή στο μυαλό σας πώς θα το στήσετε και πού θα το πάτε;

Ο συγγραφέας, ο Ρόμπερτ Αϊκ είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζω καλά το έργο του – έχω ξανανεβάσει δικό του- ενώ ταυτόχρονα είχαμε και πολλές συζητήσεις με τη Στεφανία Γουλιώτη για να καταλήξουμε στο τι θα κάναμε πάλι μαζί. Μετά ήλθε η μετάφραση που ήταν για μένα το πιο δύσκολο στάδιο πριν από τη διαδικασία των προβών. Πιστεύω, όμως, ότι τελικά με βοήθησε να μπω στον πυρήνα του έργου νωρίτερα. Είναι μεγάλη η χαρά μας που το έργο είχε τέτοια απήχηση και χαρήκαμε πάρα πολύ τόσο τις πρόβες όσο και τη διαδικασία.

Πρόκειται για ένα έργο με πάρα πολλά μηνύματα που δεν έχει όμως διδακτικό τόνο, πράγμα πολύ σημαντικό. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να μην κουνάς το δάχτυλο και επίσης να μην δείχνεις συναισθηματική εμπλοκή την ώρα που ένα έργο βγάζει τόσα έντονα συναισθήματα;

Αυτό, καταρχάς, έχει να κάνει με τη γραφή του Αϊκ. Είναι, δηλαδή, το ίδιο το έργο πολύ ευφυές και έτσι δομημένο που δεν σου επιτρέπει να βγάλεις μελοδραματισμό. Επιπλέον ήταν και δική μου συνειδητή απόφαση να αποφύγουμε το μελό. Δεν ήταν όμως απλή υπόθεση, χρειάστηκε πολλή και εντατική δουλειά μέχρι την τελευταία εβδομάδα. Εν τω μεταξύ, όποτε εγώ ήμουν παρούσα σε παράσταση πάντα εντόπιζα σημεία που χρειάζονταν επαναφορά στις αρχικές κατευθύνσεις της σκηνοθεσίας, αλλά και της δουλειάς μας με τους ηθοποιούς.

Επίσης, είναι ένα έργο που δε σ’ αφήνει εύκολα να πεις ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο.

Πράγματι, ήταν πολύ σημαντικό να κρατήσουμε αυτή την ισορροπία. Σε συζητήσεις που είχαμε με το κοινό και με πολλούς ανθρώπους που είδαν την παράσταση πάνω από μια και δυο φορές – εδώ να πω ότι υπήρξε κοπέλα που την είδε οκτώ φορές κάτι που ομολογώ με συγκίνησε πάρα πολύ – θίγαμε ακριβώς αυτό το ζήτημα, δηλαδή το πόσο διαφορετικά μπορεί να φαίνονται τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία. Αυτό σημαίνει πως η συνθήκη δικαίου και αδίκου λειτούργησε σωστά γιατί οι άνθρωποι θέλησαν να το ξαναδούν για να αναστοχαστούν πάνω στα όσα είδαν.

Kαι όμως στη ζωή αυτό δεν συμβαίνει: θέλουμε πάντα να ορίσουμε το δίκαιο και το άδικο, να πάρουμε θέση.

Ναι. Δυστυχώς αυτό τελευταία γίνεται όλο και περισσότερο. Φανατιζόμαστε πολύ και τσακωνόμαστε ματαίως. Ισχυριζόμαστε όλοι ότι κατέχουμε την απόλυτη γνώση και βάζουμε ταμπέλες, του καλού ή του κακού στα πράγματα γύρω μας και στους ανθρώπους. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα αυτό συμβαίνει πάρα πολύ και με πολύ μεγάλη επιπολαιότητα. Ειδικά για τόσο περίπλοκα ζητήματα – πίστης, σχέσεων, ταυτότητας, εργασιακού περιβάλλοντος, ζητήματα στα οποία όλα είναι θέμα ισορροπιών- είναι ανώριμο να είσαι απόλυτος. Αρκετές φορές είναι δύσκολο να πεις ποιος έχει δίκιο. Και δεν χρειάζεται κιόλας.

«Φανατιζόμαστε πολύ και τσακωνόμαστε ματαίως. Ισχυριζόμαστε όλοι ότι κατέχουμε την απόλυτη γνώση και βάζουμε ταμπέλες, του καλού ή του κακού στα πράγματα γύρω μας και στους ανθρώπους».

Πιστεύετε;

Οχι. Ποτέ δεν πίστευα.

Είναι ενδιαφέρον πάντως να ακούσει κάποιος να μιλούν επιστήμονες που πιστεύουν.

Στις πρόβες καλέσαμε ειδικούς να μας βοηθήσουν στην έρευνά μας. Όπως γιατρούς, ψυχιάτρους, ανθρώπους από το χώρο των κοινωνικών επιστημών, και άλλους. Ήρθε ο Δημήτρης Λινός, ο διακεκριμένος καθηγητής Ιατρικής, ο οποίος χειροτονήθηκε Ιερέας πριν από 4-5 χρόνια και μας είπε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Επίσης είχαμε τη χαρά να υποδεχθούμε στην πρόβα τον χειρουργό Ανέστη Νίνο, την ψυχίατρο- γηρίατρο Ευρυδίκη Κραββαρίτη και τον καθηγητή Νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Δημήτρη Παπανικολάου που μίλησε για θέματα ταυτοτήτων και Woke κουλτούρας. Όλοι αυτοί οι ειδικοί είχαν να προσφέρουν κάτι μοναδικό, χάρη στη μεγάλη εμπειρία στο πεδίο τους, αλλά και τη διαφορετική σκοπιά από την οποία προσέγγισαν το έργο.

Πώς κυλάει μία σκηνοθετική πορεία; Θέλω να πω, έχετε από την αρχή στο νου σας ακριβώς τι θα κάνετε; Και να σημειώσω εδώ ότι τα έργα σας δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους.

Σε κάθε έργο, η συνθήκη είναι διαφορετική. Αφού περάσει η περίοδος κατά την οποία μελετάω μόνη μου, το πρώτο πράγμα με το οποίο ασχολούμαι είναι το σκηνικό και τα κουστούμια. Με την Εύα Μανιδάκη για τα σκηνικά και τη Βασιλική Σύρμα για τα κοστούμια συνεργαζόμαστε πολλά χρόνια κι έτσι υπάρχει μια διαρκής και ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων. Αυτές οι σχέσεις είναι αμφίδρομες: δουλεύεις και πορεύεσαι σιγά-σιγά και από κοινού. Και με τη μουσική, με τον Αλέξανδρο Δράκο Κτιστάκη, το ίδιο συμβαίνει.

Ένα μεγάλο κομμάτι του έργου αφορά στο θέμα του αυτοπροσδιορισμού του φύλου. Μήπως υπερβάλλουμε κάπως;

Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να αυτοπροσδιορίζεται όπως θέλει και αυτό πρέπει να το σεβαστούμε. Πολλά άτομα στην εποχή μας υποφέρουν από τις διακρίσεις και ζουν μέσα σε μεγάλο πόνο επί καθημερινής βάσης. Μελετώντας, μάλιστα, γ’αυτό το έργο ήλθα σε επαφή με έννοιες και καταστάσεις, κάποιες από τις οποίες δεν μου ήταν οικείες. Ως προς τη μετάφραση, αντιμετώπισα αρκετές προκλήσεις, γιατί στην ελληνική γλώσσα δεν είναι εύκολο να αποκρύψεις το φύλο των προσώπων στη σκηνή, κάτι που ήταν απαίτηση του συγγραφέα. Επιπλέον, είναι η στιγμή να γίνει μια πολύ σοβαρή μελέτη από τους γλωσσολόγους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής, αλλά και της LGBTQI+ κοινότητας για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το ζήτημα της γλωσσικής συμπερίληψης .

«Είναι η στιγμή να γίνει μια πολύ σοβαρή μελέτη από τους γλωσσολόγους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής, αλλά και της LGBTQI+ κοινότητας για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το ζήτημα της γλωσσικής συμπερίληψης».

Ας περάσουμε τώρα και στο Φεστιβάλ: τι μπορούμε να πούμε ότι θέλετε εσείς για το Φεστιβάλ;

Το πρώτο σημείο ενδιαφέροντος είναι η μετεξέλιξη της κληρονομιάς του αρχαίου δράματος και το πώς η κληρονομιά αυτή μπορεί να είναι εφαλτήριο για νέες δημιουργίες, είτε με τις αναθέσεις σε συγγραφείς είτε με παραστάσεις στη μεγάλη Επίδαυρο που θεωρούνται αντισυμβατικές και μπορεί κάποιος να μην τολμούσε μέχρι τώρα να τις παρουσιάσει στον χώρο αυτό. Το δεύτερο αφορά στην εξωστρέφεια των ελληνικών παραγωγών και την συστηματοποίηση της εξαγωγής ελληνικών παραστάσεων του θεάτρου και του χορού με την πλατφόρμα Grape. Αυτή είναι μία παρακαταθήκη μου θα ήθελα να παραμείνει όταν εμείς φύγουμε από εδώ. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία και τα δείγματα, μέχρι στιγμής, είναι πολύ καλά και ενθαρρυντικά. Οι περσινές παραστάσεις ήδη ταξιδεύουν, είχαμε ανθρώπους από 27 χώρες που μας επισκέφτηκαν, επιμελητές και καλλιτεχνικές διευθύντριες και διευθυντές κι έχουμε τουλάχιστον 50 προσκεκλημένους και φέτος. Το τρίτο σημαντικό σημείο στο οποίο εστιάζουμε είναι το κομμάτι των διεθνών συμπαραγωγών και της ώσμωσης Ελλήνων ηθοποιών με ξένους σκηνοθέτης κι άλλους συντελεστές. Αυτούς θα έλεγα ως τρεις βασικούς πυλώνες του Φεστιβάλ.

Πώς νιώθετε, αλήθεια, όταν βλέπετε τους ανθρώπους να ωρύονται στην Επίδαυρο; Εκτός από το ότι είστε στη θέση που είστε, σας κάνω την ερώτηση και από αληθινό προσωπικό ενδιαφέρον.

Αυτό δεν είναι ένα καινούριο φαινόμενο. Διότι η Επίδαυρος ως χώρος πάντα ξυπνούσε πάθη «γηπεδικά». Είναι και η κλίμακα του θεάτρου τέτοια που διεγείρει τα πάθη. Δυστυχώς, ακόμα έχουμε ανάγκη για αρχαία ελληνικά πρότυπα. Και αυτό φαίνεται καθαρά σε μία γενικότερη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. Έχουμε ανάγκη το κλέος, το κάλλος. Υπάρχουν θέματα τα οποία δεν τολμάμε να επανεξετάσουμε υπό ένα σύγχρονο πρίσμα, και μάλιστα αδιαφορούμε για τις σύγχρονες επιστημονικές κατακτήσεις, στην κοινωνιολογία, στην ψυχολογία, στην πολιτική επιστήμη και την ιστορία της. Νομίζουμε ότι τα έργα του αρχαίου δράματος ανήκουν σε μία άλλη εποχή. Μα δεν ανήκουν σε μία άλλη εποχή. Όταν τα έργα τα πιάνει ένας σύγχρονος καλλιτέχνης που αναπνέει, προβληματίζεται και ζει στο σήμερα δεν μπορεί να μην μπολιάσει τη δική του ανάγνωση με όλα αυτά που υπάρχουν γύρω του. Θα ήταν ανεπίκαιρο. Πώς δηλαδή θα συνεχίσουμε να ανεβάζουμε κάτι όπως το ανέβαζαν το 1970;

Το Φεστιβάλ, μα και εγώ προσωπικά νιώθουμε την ανάγκη να πάμε τα πράγματα λίγο πιο μπροστά. Μάλιστα εγώ έρχομαι από αυτή την παράδοση, έχω την αγάπη να το κάνω. Έχω ζήσει τη ζωή μου μέσα σ’ αυτήν, είτε παίζοντας είτε σκηνοθετώντας είτε βρισκόμενη δίπλα σε ανθρώπους που ζούσαν με αυτά τα κείμενα. Θέλω να πω ότι αυτή η απόφαση έρχεται πολύ συνειδητά και μετά από μελέτη. Νιώθω ότι έχω το χρέος να το προσφέρω αυτό. Επίσης να μην ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος του κοινού του Φεστιβάλ είναι κοινό διαβασμένο που πηγαίνει ως και στο εξωτερικό για να δει πράγματα, κοινό που κυνηγάει κάθε σύγχρονη πρόταση και θα σπεύσει – είναι εξοικειωμένο με την αισθητική των διεθνών φεστιβάλ και εγώ, από τη θέση της Καλλιτεχνικής Διευθύντριας του Φεστιβάλ, δεν μπορώ να τους γυρίσω 50 χρόνια πίσω. Οφείλουμε να παίρνουμε το ρίσκο και να ανεβάζουμε αντισυμβατικές παραστάσεις. Αν δεν το κάνει το Φεστιβάλ, ποιος θα το κάνει; Όσο γι’ αυτούς που λένε «εντάξει, να πάρετε ρίσκα, αλλά γιατί στην Επίδαυρο;» απαντάμε ότι το αρχαίο δράμα από τη φύση του είναι είδος διαλεκτικό κι επιπλέον, το ρίσκο έχει αξία να το αναλαμβάνει κανείς σε μεγάλη κλίμακα, αλλιώς δεν εγγράφεται μια ουσιαστική μετατόπιση στις συλλογικές συνειδήσεις.

Η Επίδαυρος ως χώρος πάντα ξυπνούσε πάθη «γηπεδικά».

Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι που αντιμετωπίζετε σε αυτή τη θέση τόσα χρόνια;

Η θέση αυτή απαιτεί την πλήρη σου αφοσίωση. Το πιο δύσκολο για μένα τελικά είναι ο συνδυασμός της προσωπικής επαγγελματικής μου πορείας στη σκηνοθεσία, της προσωπικής μου ζωής και των πολλαπλών υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν τη θέση. Ήλθα στη θέση της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης σε μικρή ηλικία. Ήμουν το μικρότερο άτομο και η πρώτη γυναίκα σε αυτήν τη θέση. Δεν ξέρω πώς θα αισθανόμουν εάν η πρόταση να αναλάβω το Φεστιβάλ είχε έλθει σε άλλη χρονική στιγμή της ζωής μου.

Αλήθεια έχετε αντιμετωπίσει ως γυναίκα ιδιαίτερες δυσκολίες στη θέση αυτή;

Φυσικά, αλλά δεν δίνω μεγάλη σημασία σε μικρότητες.

Είναι ακριβή υπόθεση ο πολιτισμός;

Αντιθέτως. Σε μία συνθήκη όπου τα πάντα ακριβαίνουν, ο πολιτισμός παραμένει προσβάσιμος για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Άλλωστε τα οφέλη από μία καλή θεατρική παράσταση ή μια σπουδαία συναυλία είναι ανεκτίμητα και σε τροφοδοτούν για μια ζωή.

SHARE THE STORY